ἄλκη 2

ἄλκη 2.
Grammatical information: f.
Meaning: `elk' (Paus. )
Origin: IE [Indo-European]X [probably] [302] *h₁el- `red, brown'
Etymology: Like Lat. alcēs, alcē (Caesar), a loan from Germanic. Cf. ON elgr from PGm. *alʒí-, beside which a form with initial stress, PGm. *álχ-, is supposed on which alcēs and ἄλκη go back. The West-Germanic form has e-: OHG. elahho \> NHG Elch, OE eolh, and has a different stem, PGm. *élχa(n)-. Slavic forms like Russ. losь `elk' suppose PIE *olḱis , which are compared with ON elgr. - One connects the root with a great number of words for animals , e. g. ἔλαφος (q. v.), see Pok. 302, and assumes that the root indicated a colour; what Frisk called "sehr hypothetisch und unwahrscheinlich." - I think that an IE word or root must be doubted; it may well be a loan from a non-IE language.
Page in Frisk: 1,75

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άλκη — άλκη, η και αλκή, η είδος μεγάλου ελαφιού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ἀλκῇ — Ἀλκή fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀλκή — fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλκή — strength fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄλκη — elk fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄλκῃ — ἄλκη elk fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλκή — η (Α ἀλκή) η σωματική ισχύς που μετουσιώνεται σε δράση 2. ψυχική δύναμη, ανδρεία, θάρρος, ευψυχία (σε διάκριση από τη ρώμη που σημαίνει απλώς τη σωματική δύναμη νεοελλ. ακμή τών σωματικών δυνάμεων, ρώμη, ευρωστία, σφρίγος αρχ. 1. η δύναμη γενικά… …   Dictionary of Greek

  • αλκή — η σωματική και ψυχική δύναμη: Στα περσικά στίφη οι Έλληνες αντέταξαν την αλκή τους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀλκῇ — ἀλκάζω put forth strength fut ind mid 2nd sg (doric aeolic) ἀλκάζω put forth strength fut ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀλκή strength fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άλκη — η Ζωολ. το μεγαλύτερο σύγχρονο ελάφι. Ανήκει στην τάξη Αρτιοδάχτυλα (Μηρυκαστικά), στην οικογένεια Cervidae και την υποοικογένεια Cervinae. Πρόκειται για το μοναδικό είδος τού γένους Alces. Είναι ογκώδες, με μακριά πόδια και κοντό λαιμό. [ΕΤΥΜΟΛ …   Dictionary of Greek

  • Ἄλκη — Ἄλκης masc nom/voc/acc dual (doric aeolic) Ἄλκης masc acc sg (attic epic doric) Ἄλκης masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.